αυξομειώνω
ρ. [μετβ.]
αυξάνω και μειώνω διαδοχικά, μεταβάλλω τις τιμές άλλοτε προς τα πάνω κι άλλοτε προς τα κάτω, ανεβοκατεβαίνω.
Ετυμολογία
< μτγν. αὐξομει(ῶ) + -ώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αυξομειώνω», σ. 134. https://navalhistory.gr/lexiko/αυξομειωνω/