navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ασανσέρ

ασανσέρ

το, άκλ. ουσ.

(τεχνολ.) ανελκυστήρας.

Ετυμολογία

< γαλλ. ascenseur.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ασανσέρ», σ. 122. https://navalhistory.gr/lexiko/ασανσερ/