αρσενικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που έχει όλα τα χαρακτηριστικά του αντρικού φύλου, που μπορεί να παράγει σπέρμα και να γονιμοποιεί το θηλυκό, (λαϊκ.) και σερνικός
- (γραμμ.) το ένα από τα τρία γένη
- (τεχνολ.) κάθε εξάρτημα που διεισδύει σε κάποιο άλλο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄρσην, ὁ, ἡ, ἄρσεν, τό, γεν. ἄρσενος < αρχ. τύπος του ἄρρην [= αρσενικός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρσενικός», σ. 120. https://navalhistory.gr/lexiko/αρσενικοσ/