navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αρσενικός

αρσενικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που έχει όλα τα χαρακτηριστικά του αντρικού φύλου, που μπορεί να παράγει σπέρμα και να γονιμοποιεί το θηλυκό, (λαϊκ.) και σερνικός
  2. (γραμμ.) το ένα από τα τρία γένη
  3. (τεχνολ.) κάθε εξάρτημα που διεισδύει σε κάποιο άλλο.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄρσην, ὁ, ἡ, ἄρσεν, τό, γεν. ἄρσενος < αρχ. τύπος του ἄρρην [= αρσενικός].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρσενικός», σ. 120. https://navalhistory.gr/lexiko/αρσενικοσ/