ασύρματος
ο, ουσ.
(τεχνολ.) συσκευή μετάδοσης σημάτων μέσω των ερτζιανών κυμάτων, είδος τηλέγραφου.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] + σύρμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ασύρματος», σ. 127. https://navalhistory.gr/lexiko/ασυρματοσ/