αποθηκάριος
ο/η, ουσ.
- ο υπεύθυνος για τη φύλαξη υλικών που βρίσκονται στις αποθήκες
- (στρατ.) υπεύθυνος για τη διανομή και συντήρηση τροφίμων, διαφόρων εφοδίων αλλά και στρατιωτικού υλικού στους αξιωματικούς και οπλίτες.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀποθηκάριος < αρχ. ἀποτίθημι [= αποθέτω, βάζω κατά μέρος, εναποθέτω, τοποθετώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αποθηκάριος», σ. 107. https://navalhistory.gr/lexiko/αποθηκαριοσ/