άνοδος
η, ουσ.
- η πορεία προς τα πάνω, ανάβαση, αντών. κάθοδος, κατάβαση
- ανήφορος, αντών. κατήφορος
- (μτφ.) η πρόοδος, η θετική εξέλιξη των πραγμάτων
- (οικον.) η αύξηση, για τις τιμές αγαθών
- (φυσ.) το θετικό ηλεκτρόδιο, ο θετικός πόλος πηγής, ηλεκτρικού ρεύματος, 6) η μετακίνηση από την παράλια ζώνη προς το εσωτερικό της χώρας, 7. (ηλεκτρον.) το ηλεκτρόδιο λυχνίας.
Ετυμολογία
αρχ. ἄνοδος < ἀν- + ὁδός.
Παράγωγα
ανοδικός.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άνοδος», σ. 92. https://navalhistory.gr/lexiko/ανοδοσ/