navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άνοδος

άνοδος

η, ουσ.

  1. η πορεία προς τα πάνω, ανάβαση, αντών. κάθοδος, κατάβαση
  2. ανήφορος, αντών. κατήφορος
  3. (μτφ.) η πρόοδος, η θετική εξέλιξη των πραγμάτων
  4. (οικον.) η αύξηση, για τις τιμές αγαθών
  5. (φυσ.) το θετικό ηλεκτρόδιο, ο θετικός πόλος πηγής, ηλεκτρικού ρεύματος, 6) η μετακίνηση από την παράλια ζώνη προς το εσωτερικό της χώρας, 7. (ηλεκτρον.) το ηλεκτρόδιο λυχνίας.

Ετυμολογία

αρχ. ἄνοδος < ἀν- + ὁδός.

Παράγωγα

ανοδικός.

Αντώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άνοδος», σ. 92. https://navalhistory.gr/lexiko/ανοδοσ/