απόδημος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που διαμένει σε ξένα μέρη, που ζει μακριά από την πατρίδα του, συνών. ξενιτεμένος, μετανάστης
- [πληθ.] οι απόδημοι, οι Έλληνες του εξωτερικού.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀπό-δημος.
Παράγωγα
αποδημώ.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόδημος», σ. 106. https://navalhistory.gr/lexiko/αποδημοσ/