navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › απόδημος

απόδημος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που διαμένει σε ξένα μέρη, που ζει μακριά από την πατρίδα του, συνών. ξενιτεμένος, μετανάστης
  2. [πληθ.] οι απόδημοι, οι Έλληνες του εξωτερικού.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀπό-δημος.

Παράγωγα

αποδημώ.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «απόδημος», σ. 106. https://navalhistory.gr/lexiko/αποδημοσ/