σύνθετος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός/-ή/-ό που αποτελείται από πολλά μέρη διατεταγμένα αρμονικά μεταξύ τους
- (μαθημ.) «σύνθετος αριθμός», είναι ο αριθμός που έχει έναν τουλάχιστον διαιρέτη επιπλέον από τον εαυτό του και τη μονάδα
- (αρχαιολ.) «σύνθετος ρυθμός», αρχιτεκτονικός ρυθμός, που περιέχει στοιχεία ιωνικά και κορινθιακά
- [το ουδ. ως ουσ.] το σύνθετο, έπιπλο πολλαπλών χρήσεων, β) κατηγορία αγωνίσματος, όπως: δέκαθλο, πένταθλο, έπταθλο, τρίαθλο
- (φρ.) «σύνθετος ιστός / μαγνήτης / τρόχιλος / γνώμονας / νομέας / μονωτής / μηχανισμός», «σύνθετη λέξη / γραμμή / ψήκτρα [ηλεκτρολ.] / περιέλιξη / κίνηση».
Ετυμολογία
< αρχ. σύνθετος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύνθετος», σ. 803. https://navalhistory.gr/lexiko/συνθετοσ/