άπλοια
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- η αδυναμία για ταξίδι στη θάλασσα
- η παραμονή των πλοίου στο λιμάνι
- η κακοκαιρία που εμποδίζει τον απόπλου του πλοίου.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄπλοια, ἡ, < ομηρ. λ. ἀ- [στερητ.] + πλώω (ιωνική διάλεκτος: πλέω).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άπλοια», σ. 104. https://navalhistory.gr/lexiko/απλοια/