navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άπλοια

άπλοια

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. η αδυναμία για ταξίδι στη θάλασσα
  2. η παραμονή των πλοίου στο λιμάνι
  3. η κακοκαιρία που εμποδίζει τον απόπλου του πλοίου.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄπλοια, ἡ, < ομηρ. λ. ἀ- [στερητ.] + πλώω (ιωνική διάλεκτος: πλέω).

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άπλοια», σ. 104. https://navalhistory.gr/lexiko/απλοια/