navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άπλυτα

άπλυτα

τα, ουσ.

ρούχα που δεν έχουν πλυθεί, (φρ.) «καλάθι / σάκος με άπλυτα».

Ετυμολογία

< αρχ. επίθ. ἄπλυτος, -ον, [= ακάθαρτος, βρόμικος] < πλήνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άπλυτα», σ. 104. https://navalhistory.gr/lexiko/απλυτα/