αντιολισθητικός
-ή -ό, επίθ.
αυτός που εμποδίζει την ολίσθηση.
Ετυμολογία
< αντι- + ολισθητικός. μτφρδ. από τη γαλλ. antidérapant.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αντιολισθητικός», σ. 97. https://navalhistory.gr/lexiko/αντιολισθητικοσ/