ανόδιο
το, ουσ.
- (μεταλλ.) ράβδος μαγνησίου ή ψευδαργύρου που αποτελεί την καθοδική προστασία του συστήματος από ηλεκτρόλυση, μέθοδος προστασίας για την διάβρωση των μεταλλικών μερών τα οποία έρχονται σε επαφή μόνιμα με διαβρωτικά υλικά όπως το νερό, (φρ.) «ανόδιο άξονα / διαιρούμενο / με οπή / αλουμινίου / τιμονιού»,
- (ηλεκτρολ.) ηλεκτρόδιο, αγωγός ροής ηλεκτρονίων.
Ετυμολογία
< άνοδ(ος) + -ιο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανόδιο», σ. 92. https://navalhistory.gr/lexiko/ανοδιο/