ανατοκίζω
ρ. [μετβ.]
(οικον.) ενσωματώνω τους τόκους ενός κεφαλαίου στο αρχικό κεφάλαιο και στη συνέχεια τοκίζω το νέο χρηματικό ποσό.
Ετυμολογία
< ανα + τοκίζω.
Παράγωγα
ανατοκισμός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανατοκίζω», σ. 85. https://navalhistory.gr/lexiko/ανατοκιζω/