νεφελώδης
-ης, -ες, επίθ.
- (μετεωρ.) συννεφιασμένος, συνών. νεφώδης, συννεφιασμένος, αντών. ανέφελος, ασυννέφιαστος
- (μτφ.) για κάτι που δεν είναι διατυπωμένο με σαφήνεια, ομιχλώδες, σκοτεινός, ασαφής.
Ετυμολογία
[για την 1η ερμ.] < νεφέλη + [κατάλ.] - ώδης, [για τη 2η ερμ.] σημδ. από τη γαλλ. nébuleux.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νεφελώδης», σ. 573. https://navalhistory.gr/lexiko/νεφελωδησ/