άνεση
η, ουσ.
- αίσθηση ανακούφισης, χαλάρωση
- ξεκούραση μετά από κοπιώδη εργασία
- πληθώρα, επάρκεια
- [πληθ.] ανέσεις, τα μέσα εκείνα που εξασφαλίζουν έναν ευχάριστο τρόπο ζωής.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄνες(ις) -η.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άνεση», σ. 90. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεση/