navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άνεση

άνεση

η, ουσ.

  1. αίσθηση ανακούφισης, χαλάρωση
  2. ξεκούραση μετά από κοπιώδη εργασία
  3. πληθώρα, επάρκεια
  4. [πληθ.] ανέσεις, τα μέσα εκείνα που εξασφαλίζουν έναν ευχάριστο τρόπο ζωής.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄνες(ις) -η.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άνεση», σ. 90. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεση/