ανεφόκαμα
το, ουσ.
(μετεωρ.) νεφόκαμα, καιρός ζεστός και συννεφιασμένος.
Ετυμολογία
< άνεφο(ς) [= ανέφελος] + -κάμα < αρχ. καῦμα, γεν. -ατος, το, < καίω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανεφόκαμα», σ. 90. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεφοκαμα/