ανεμοσυρμή
η, και ανεμόσυρμα, το, ουσ.
(μετεωρ.) ο ισχυρός άνεμος που στο πέρασμά του παρασύρει τα πάντα, ο βουνίσιος άνεμος.
Ετυμολογία
< ανεμο- + συρμή < σύρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανεμοσυρμή», σ. 89. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεμοσυρμη/