navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανεμοδέρνω

ανεμοδέρνω

ρ. [αμετβ.]

  1. παλεύω με τον άνεμο άλλοτε ως εργαζόμενος σε πλοίο κι άλλοτε ως αθλητής, κλυδωνίζομαι
  2. (μτφ.) βασανίζομαι από τις αντίξοες συνθήκες που εμφανίζονται στη ζωή.

Ετυμολογία

< άνεμο(ς) + δέρνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανεμοδέρνω», σ. 88. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεμοδερνω/