ανεμοδόχος
ο, ουσ.
κυλινδρικός αεραγωγός στο ανώτερο κατάστρωμα, που χρησιμεύει στη μεταφορά και ανανέωση του ατμοσφαιρικού αέρα σε κλειστούς χώρους (στοές ορυχείων, διαμερίσματα πλοίων, αμπάρια πλοίων, υπόγειες αποθήκες κ.λπ.).
Ετυμολογία
< άνεμος + -δόχος < δέχομαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανεμοδόχος», σ. 88. https://navalhistory.gr/lexiko/ανεμοδοχοσ/