navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανάλογος

ανάλογος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που έχει ομοιότητα με κάποιον άλλο ως προς τις διαστάσεις, την ποιότητα, την ποσότητα την αξία, συνών. ισοδύναμος, σύμμετρος
  2. (το ουδ. ως ουσ.) το ανάλογο, μερίδιο που αντιστοιχεί στο μέγεθος της προσωπικής συμμετοχής.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀνα- + λόγος [= συμμετρία].

Παράγωγα

αναλογικός [ναύλος], αναλογία, αναλογώ, αναλογίζω, -ομαι.

Επιρρήματα

αναλόγως και ανάλογα [επίρρ.].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάλογος», σ. 81. https://navalhistory.gr/lexiko/αναλογοσ/