ανάλογος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που έχει ομοιότητα με κάποιον άλλο ως προς τις διαστάσεις, την ποιότητα, την ποσότητα την αξία, συνών. ισοδύναμος, σύμμετρος
- (το ουδ. ως ουσ.) το ανάλογο, μερίδιο που αντιστοιχεί στο μέγεθος της προσωπικής συμμετοχής.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνα- + λόγος [= συμμετρία].
Παράγωγα
αναλογικός [ναύλος], αναλογία, αναλογώ, αναλογίζω, -ομαι.
Επιρρήματα
αναλόγως και ανάλογα [επίρρ.].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάλογος», σ. 81. https://navalhistory.gr/lexiko/αναλογοσ/