αναλύω
ρ. [μετβ.]
- χωρίζω ένα σύνολο στα βασικά του μέρη
- εξετάζω κάτι προσεκτικά
- παρουσίαση θέματος με εμπεριστατωμένο τρόπο.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνα-λύω, [= (μετβ.) 1. χαλαρώνω, λύνω, 2. ελευθερώνω, αποδεσμεύω, απολύω, 3. τερματίζω κάτι, καταργώ, ακυρώνω, εξαλείφω λάθη, (αμτβ.) λύνω τα πρυμνήσια σχοινιά, σηκώνω την άγκυρα, αποπλέω, σε Πολύβ.].
Παράγωγα
ανάλυση, αναλυτικός, αναλύσιμος, αναλυτής, αναλυτός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναλύω», σ. 81. https://navalhistory.gr/lexiko/αναλυω/