αναπηρία
η, ουσ.
(ιατρ.) έλλειψη αρτιότητας των μελών αλλά και σωστής λειτουργίας των οργάνων του σώματος, κουσούρι, σακατλίκι, αντών. αρτιμέλεια.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀναπηρία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αναπηρία», σ. 82. https://navalhistory.gr/lexiko/αναπηρια/