ανακύκλωση
η, ουσ.
- η συνεχής ανανέωση αέρα σε κλειστό χώρο
- περικύκλωση
- συγκέντρωση ομοειδών πραγμάτων, π.χ. αλουμινίου, γυαλιού, χαρτιού κ.λπ. και η επεξεργασία τους για καινούργια επανατοποθέτηση στην αγορά.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀνακύκλω(σις) [= επιστροφή σε κύκλο] -ση, < αρχ. ἀνακυκλόω, -ῶ, σημδ. αγγλ. recycling.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανακύκλωση», σ. 80. https://navalhistory.gr/lexiko/ανακυκλωση/