άμυνα
η, ουσ.
- απόκρουση επίθεσης, συνών. υπεράσπιση, προάσπιση
- αντιμετώπιση δύσκολων καταστάσεων
- το σύνολο των μέσων που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των κινδύνων
- (στρατ.) η γραμμή που δημιουργεί ο στρατός για την αναχαίτιση του εισβολέα
- (αθλητ.) το σύνολο εκείνων των παικτών, στο ποδόσφαιρο, που καθήκον έχουν την απόκρουση των επιθέσεων της αντίπαλης ομάδας.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄμυνα < ἀμύνω [= αποκρούω, απωθώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άμυνα», σσ. 74-75. https://navalhistory.gr/lexiko/αμυνα/