navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ανάπαυση

ανάπαυση

η, ουσ.

  1. διακοπή της εργασίας για ξεκούραση, συνών. ανάπαυλα, αναπαμός
  2. σύντομος ύπνος κατά την διάρκεια της ημέρας
  3. γαλήνη, ηρεμία
  4. (στρατ.) παράγγελμα για χαλάρωση από τη στάση της προσοχής.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀνάπαυ(σις) -ση.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάπαυση», σ. 82. https://navalhistory.gr/lexiko/αναπαυση/