ανάπαυση
η, ουσ.
- διακοπή της εργασίας για ξεκούραση, συνών. ανάπαυλα, αναπαμός
- σύντομος ύπνος κατά την διάρκεια της ημέρας
- γαλήνη, ηρεμία
- (στρατ.) παράγγελμα για χαλάρωση από τη στάση της προσοχής.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀνάπαυ(σις) -ση.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ανάπαυση», σ. 82. https://navalhistory.gr/lexiko/αναπαυση/