αεροχείμαρρος
ο, ουσ.
(μετεωρ.) ελικοειδές, γρήγορο, ισχυρό και σωληνωτό ρεύμα ανέμου στην ανώτερη τροπόσφαιρα κοντά στη τροπόπαυση, έχει μήκος χιλιάδες ναυτικά μίλια, πλάτος εκατοντάδες μίλια και πάχος έως 5 χιλιόμετρα, συνών. αερομαίανδρος.
Ετυμολογία
< αέρ(ας) + -ο- + χείμαρρος, μτφρδ. από την αγγλ. Jet stream.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αεροχείμαρρος», σ. 47. https://navalhistory.gr/lexiko/αεροχειμαρροσ/