navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άζωτο

άζωτο

το, ουσ.

(χημ.) χημικό στοιχείο ελεύθερο στην ατμόσφαιρα και σε αναλογία 78%.

Ετυμολογία

Μεταφορά στην Ελληνική του γαλλ. azote (< α- [στερητ.] + ζωή) δηλ. το αέριο που δεν βοηθάει στη διατήρηση της ζωής.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άζωτο», σ. 48. https://navalhistory.gr/lexiko/αζωτο/