navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άδωνης

άδωνης

ο, ουσ.

άδωνης, εικόνα από το έντυπο
άδωνης, εικόνα από το έντυπο
  1. (ιχθυολ.) είδος ψαριού, αλλιώς εξώκοιτος, κάνει άλματα έξω από το νερό, όπως το χελιδονόψαρο και το καπόνι
  2. (βοταν.) είδος ανεμώνης
  3. (μτφ.) πολύ όμορφος άνδρας
  4. [ως κύρ. όν.:] α) (μυθολ.) ο *Άδωνης, αρχαίος ελληνικός θεός με παροιμιώδη ομορφιά, β) (αστρον.) ονομασία μικρού πλανήτη.

Ετυμολογία

< αρχ. Ἄδωνις, [γεν. - ιδος] < εβρ. adhön [= κύριος] προσφώνηση όλων των θεοτήτων.

Παράγωγα

αδωνισμός, [= η φροντίδα για το παρουσιαστικό ενός άνδρα], αδωνιδίνη [= φαρμακευτική ουσία], αδωνίτης [= χημική ουσία], αδώνιον [= ποιητικό μέτρο]. ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ: Ο Άδωνης γεννήθηκε από το σώμα ενός δέντρου κι οι Νύμφες φρόντισαν για την ανατροφή του πλάθοντας ένα παλικάρι με θεϊκή ομορφιά. Σύμφωνα με μια παραλλαγή του μύθου, η Αφροδίτη παρέδωσε το βρέφος στην Περσεφόνη κι εκείνη, όταν ο χρόνος απέδωσε τη νεανική του μορφή, γοητεύτηκε τόσο πολύ που το κράτησε στον Κάτω Κόσμο. Η Αφροδίτη, με παρέμβαση του Δία, πέτυχε να περνά μαζί της ο Άδωνης το ένα τρίτο του χρόνου του, το άλλο ένα τρίτο με την Περσεφόνη ενώ το υπόλοιπο να είναι ελεύθερος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άδωνης», σ. 43. https://navalhistory.gr/lexiko/αδωνησ/