navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αίθουσα

αίθουσα

η, ουσ.

ευρύχωρο δωμάτιο για πολλαπλές δραστηριότητες, (φρ.) «αίθουσα αναμονής / υποδοχής / αναψυχής / κινηματογράφου / προβολής / δεξιώσεων / συνεδριάσεων / δικαστηρίου / θρόνου / σχεδιάσεως / αποσκευών κ.ά.».

Ετυμολογία

< θηλ. της αρχ. μτχ. αἴθ- < αἴθω [= ανάβω, καίω/φέγγω λάμπω], από τη φρ. «αἴθουσα στοά», δηλ. «λάμπουσα στοά», ο ανοικτός ηλιοφώτιστος χώρος της αυλής, εντός του οποίου άναβαν φωτιά και επέτρεπαν να διανυκτερεύσουν οι ξένοι, οι οδοιπόροι, οι ταξιδιώτες.

Σύνθετα

αιθουσάρχης, αιθουσιολόγιο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αίθουσα», σ. 51. https://navalhistory.gr/lexiko/αιθουσα/