navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αιγυπτιακός

αιγυπτιακός

-ή, -ό, επίθ.

(γεωγρ.) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Αίγυπτο ή προέρχεται από τη χώρα αυτήν.

Ετυμολογία

< αρχ. τοπων. *Αἴγυπτος (μία από τις ονομασίες της πόλης Μέμφιδος η οποία χτίστηκε, κατά μία μυθολογική εκδοχή, από το βασιλιά Αίγυπτο, γιο του Νείλου και της Μέμφιδος) < α) αρχ. ονομασία του ποταμού Νείλου, ή β) σύμφωνα με την παράδοση από το μυθ. κύρ. όν. *Αίγυπτος.

Μυθολογια

Αίγυπτος, ο ήρωας που χάρισε το όνομά του στην ιστορικότερη χώρα της Αφρικής και συνδέεται στενά με την ελληνική μυθολογία. Από διάφορες γυναίκες απέκτησε πενήντα γιους. Στη σύγκρουσή του με το Δαναό τον ανάγκασε να καταφύγει στην Αργολίδα. Όταν οι γιοι του Αιγύπτου ήρθαν στην Πελοπόννησο ζήτησαν σε γάμο τις πενήντα κόρες του Δαναού. Ο Δαναός συμφώνησε, αλλά τη νύχτα του γάμου οι Δαναΐδες, με συμβουλή του πατέρα τους, σκότωσαν τους μνηστήρες τους οδηγώντας έτσι τον Αίγυπτο στην απόγνωση και στην απομάκρυνσή του από την εξουσία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιγυπτιακός», σ. 50. https://navalhistory.gr/lexiko/αιγυπτιακοσ/