navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αιγινήτικος

αιγινήτικος

-η, -ο, επίθ.

(γεωγρ.) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο νησί και την πόλη της *Αίγινας ή προέρχεται από τις περιοχές αυτές.

Ετυμολογία

< αρχ. αἰγινητικός, -ή, -όν < εθνων. Αἰγινήτης, -ήτισσα < αρχ. [τοπων.] Αἴγινα < σύμφωνα με την παράδοση από το μυθ. κύρ. όν. *Αίγινα.

Μυθολογια

Αίγινα, κόρη του ποτάμιου θεού Ασωπού και της Μετώπης ή Μερόπης. Ο Δίας έκλεψε την όμορφη κοπέλα μεταμορφωμένος σε αετό και, φοβούμενος την Ήρα, την έφερε στο ιερό νησί Οινώνη που αργότερα μετονομάστηκε σε Αίγινα. Με το μύθο της Αίγινας συνδέεται και η ιστορία του Σίσυφου που, αφού μαρτύρησε την αρπαγή της κόρης στον πατέρα της, αντί ανταλλάγματος, τιμωρήθηκε από τον Δία σε ισόβια καταναγκαστική εργασία.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιγινήτικος», σ. 50. https://navalhistory.gr/lexiko/αιγινητικοσ/