αιγόκερος
ο, ουσ.
- (αστρον.) [κυρ. όν.] Αιγόκερος, αστερισμός του Ν. Ημισφαιρίου
- (αστρολ.) ένας από τους δώδεκα ζωδιακούς αστερισμούς [από 23/11 έως 22/12]
- (γεωγρ.) «Τροπικός του Αιγόκερω», νοητή γραμμή γεωγραφικού πλάτους που διέρχεται από τη Γη περίπου 23,5ο νότια του ισημερινού.
Ετυμολογία
< μτγν. αιγόκερως < αρχ. αἴξ, γεν. αἰγός [= γίδα] + -κερως < κέρας.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αιγόκερος», σ. 50. https://navalhistory.gr/lexiko/αιγοκεροσ/