αγκυροβόλι(ο)
το, ουσ.
- τόπος κατάλληλος για την προφύλαξη ή την προσωρινή παραμονή ή για τον παροπλισμό των πλοίων, συνών. όρμος, ράδα, σάλος, σπιάντζα, επίνειο, σκάλα, λιμένας, λιμάνι, λιμιώνας, ύφορμος, ορμίσκος, καραβοστάσι, μανδράκι, πόρτο, αγκάλη, ρεφούτζιο, (φρ.) «αγκυροβόλιο λιμένος / αντιπαρέλευσης / καταφυγής / διασποράς / αργούντων πλοίων / εθιμοτυπίας», «ελεύθερο / μόνιμο / πλωτό / έκτακτο αγκυροβόλιο»,
- (μτφ.) τοποθεσία στην οποία καταφεύγει κάποιος για να προστατευτεί ή για να ηρεμήσει από τα βάσανα και τις σκοτούρες του, συνών. καταφύγιο, αραξοβόλι.
Ετυμολογία
< μτγν. ἀγκυροβόλιον < αρχ. ἄγκυρα + -βόλιον < -βόλος < βάλλω. Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αγκυροβόλι(ο)», σσ. 38-39. https://navalhistory.gr/lexiko/αγκυροβολιο/