επίνειο
το, ουσ.
1. όρμος ή λιμάνι ή πόλη γύρω από λιμάνι, με το οποίο συνδέεται μεσόγεια πόλη η οποία εξυπηρετείται στις εμπορικές και συγκοινωνιακές συναλλαγές της με άλλες παράλιες πόλεις και λιμάνια.
Ετυμολογία
< αρχ. ἐπίνειον < επί + -νείον/-νήιος < ναῦς [= πλοίο].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «επίνειο», σ. 293. https://navalhistory.gr/lexiko/επινειο/