navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Λ › λιμάνι

λιμάνι

το, λιμένας και λιμιώνας, ο, ουσ.

  1. (γεωγρ.) θαλάσσια ακτή ή όχθη ποταμού αλλά και λίμνης, κατάλληλα διαμορφωμένη για τον ασφαλή ελλιμενισμό μικρών και μεγάλων σκαφών
  2. α) παραθαλάσσια πόλη, β) το τμήμα της πόλης με το λιμάνι και τις εγκαταστάσεις του, πόρτο
  3. (μτφ.) τόπος όπου καταφεύγει κανείς για να προστατευτεί, καταφύγιο, συνών. άσυλο, απάγκιο
  4. (φρ.) «λιμάνι αποδρομής [καταφύγιο] / απόπλου / ασφαλούς αγκυροβολίου / βαθιών υδάτων / διαμετακομιδής – διαμετακομιστικού εμπορίου [transit port] / εκφορτώσεως / υπερπόντιο / εξωτερικού / επιστροφής – επανάπλου / επαναπατρισμού / εσωτερικού / καθάρσεως - καραντίνας / καταφυγής / μεταφορτώσεως / με τελωνείο – άνευ τελωνείου / νηολογήσεως / παλιννοστήσεως / παραδόσεως - παραλαβής φορτίου / προσήνεμο / υπήνεμο / παλιρροιακό», «ανοικτό / κλειστό / απαράδεκτο / ασφαλές / αυτόνομο / βαθύ / ελεύθερο / εμπορικό / ενδιάμεσο / επικίνδυνο / ουδέτερο / πολεμικό / ποτάμιο / τεχνητό / φυσικό λιμάνι», «αποκατάσταση / αστυνομία / γιατρός / κανονισμοί / κίνδυνοι / όρια / ρυμουλκό / σήματα / τεχνικά μέσα / υγειονομικές αρχές / υδρογραφική υπηρεσία / φανός εισόδου / χάρτης λιμένα ή λιμένος».

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < τουρκ. liman < μτγν. λιμένιον [υποκ.] < αρχ. λιμήν.

Παράγωγα

λιμανιάτικος. 13.12.43 Θυμᾶσαι ποὺ σοῦ ῾λεγα Ὅταν σφυρίζουν τὰ πλοῖα μὴν εἶσαι στὸ λιμάνι. Μὰ ἡ μέρα ποὺ ἔφευγε ἤτανε δικιά μας καὶ δὲ θὰ θέλαμε ποτὲ νὰ τὴν ἀφήσουμε Ἕνα μαντήλι πικρὸ θὰ χαιρετᾶ τὴν ἀνία του γυρισμοῦ Κι ἔβρεχε ἀλήθεια πολὺ κι ἤτανε ἔρημοι οἱ δρόμοι Μὲ μιὰ λεπτὴν ἀκαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση Κλεισμένα παράθυρα κι οἱ ἄνθρωποι τόσο λησμονημένοι -Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι; Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι; Κι ἕσφιγγα τὰ χέρια σου Δὲν εἶχε τίποτα τ᾿ ἀλλόκοτο ἡ κραυγή μου… Μανόλης Αναγνωστάκης

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «λιμάνι», σ. 483. https://navalhistory.gr/lexiko/λιμανι/