όρμος
ο, ουσ.
- μικρός θαλάσσιος ή λιμναίος κόλπος κατάλληλος για αγκυροβόλιο, ορμίσκος [υποκ.], συνών. σπιάντζα, (φρ.) «όρμος καταφυγής / ανοικτός / ασφαλής / επικίνδυνος»,
- (αρχαιολ.) κόσμημα του λαιμού, με δείγματα που έχουμε από την τρίτη χιλιετία π.Χ., περιδέραιο από χρωματιστές πέτρες, χάντρες από ξύλο, χρυσό, χαλκό, ημιπολύτιμες πέτρες σε μορφές ναυτίλων, χταποδιών, στρειδιών, κρίνων και άλλων σχημάτων.
Ετυμολογία
< αρχ. ὅρμος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όρμος», σ. 613. https://navalhistory.gr/lexiko/ορμοσ/