navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άγκιστρο

άγκιστρο

το, ουσ.

  1. γάντζος, συνών. αγκίστρι, κρεμαστάρι, τσιγκέλι, όγκινος, αρπάγη, (φρ.) «άγκιστρο ασφαλείας / αλυσίδας / αναρτήσεως / ανυψώσεως / επωτίδος / ολισθήσεως / πεδήσεως / φορτίου / σύσπαστου»,
  2. σύμβολο { } των μαθηματικών.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄγκιστρον < ἀγκίζω [= κυρτώνω] < ομηρ. λ. ἄγκος [= κάτι που παρουσιάζει κλίση ή καμπή].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άγκιστρο», σ. 37. https://navalhistory.gr/lexiko/αγκιστρο/