όγκινος
ο, ουσ.
- άγκιστρο, αρπάγη, [υποκ.] ογκινίσκος [= μικρό αγκίστρι]
- μέρος της ακίδας του βέλους
- όργανο βασανισμού που ομοιάζει με γάντζο.
Ετυμολογία
< λατιν. uncinus < uncus [= άγκιστρο, αγκύλος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όγκινος», σ. 595. https://navalhistory.gr/lexiko/ογκινοσ/