navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ο › όγκινος

όγκινος

ο, ουσ.

  1. άγκιστρο, αρπάγη, [υποκ.] ογκινίσκος [= μικρό αγκίστρι]
  2. μέρος της ακίδας του βέλους
  3. όργανο βασανισμού που ομοιάζει με γάντζο.

Ετυμολογία

< λατιν. uncinus < uncus [= άγκιστρο, αγκύλος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «όγκινος», σ. 595. https://navalhistory.gr/lexiko/ογκινοσ/