χάρακας
ο, ουσ.
(εργαλ.) λεπτό επίμηκες γεωμετρικό όργανο, που το χρησιμοποιούν για τη χάραξη και μέτρηση ευθειών γραμμών.
Ετυμολογία
< αρχ. χάραξ, γεν. -ακος [= μυτερός πάσσαλος].
Παράγωγα
χαρακιά, χαρακώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χάρακας», σ. 911. https://navalhistory.gr/lexiko/χαρακασ/