φορτωτής
ο, ουσ.

- εργάτης που εκτελεί φορτοεκφορτώσεις εμπορευμάτων
- ο αποστολέας του εμπορευματοκιβωτίου
- (τεχνολ.) μηχανοκίνητο μέσο χρήσιμο στη φόρτωση εμπορευμάτων ή άλλων φορτίων σε διάφορα μεταφορικά μέσα, συνήθως οχήματα
- (τεχνολ.) είδος χωματουργικού οχήματος που χρησιμεύει στη φόρτωση χύδην φορτιών σε φορτηγό.
Ετυμολογία
< [για την 1η και 2η ερμ.] μτφρδ. από τη γαλλ. chargeur, [για την 3η και 4η ερμ.] γαλλ. chargeuse.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φορτωτής», σ. 895. https://navalhistory.gr/lexiko/φορτωτησ/