navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φόρτος

φόρτος

ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]

  1. το φορτίο, μεγάλο βάρος
  2. (μτφ.) ότι επιβαρύνει κάποιον, κάτι που γίνεται ενοχλητικό.

Ετυμολογία

< αρχ. φόρτος [= 1. φορτίο πλοίου ή εμπόρευμα, σε Όμηρ., 2. (μτφ.) βαρύ φορτίο σε Ευρ., β) φορτικό πράγμα, χυδαίο, σε Αριστοφ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φόρτος», σ. 894. https://navalhistory.gr/lexiko/φορτοσ/