navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φαρικός

φαρικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που αναφέρεται στο φάρο
  2. (φρ.) «φαρικό ύψος», η απόσταση του κέντρου της φωτιστικής πηγής του φάρου από την επιφάνεια της θάλασσας, «φαρικά τέλη», οικονομική επιβάρυνση σκαφών που βεβαιώνεται από την Λιμενική Αρχή και εισπράττεται από το Τελωνείο, «φαρικό δίκτυο / σύστημα», το σύνολο των φάρων, φανών και φωτοσημαντήρων σε μια περιορισμένη περιοχή, ή σε μια περιφέρεια, ή σε ολόκληρη την επικράτεια, «φαρικό οπτικό», μηχανή φωτοβολίας με χρήση επιπεδόκυρτων φακών.

Ετυμολογία

< φάρ(ος) + -ικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φαρικός», σ. 885. https://navalhistory.gr/lexiko/φαρικοσ/