υποπελάγιος
-α, -ο, επίθ.
[συνήθως για θαλάσσιους οργανισμούς, κοράλλια και σπόγγους] αυτός που ζει προσκολλημένος ή έρποντας στον βυθό της θάλασσας, (φρ.) «υποπελάγιοι οργανισμοί».
Ετυμολογία
< υπο- + πελάγιος [= θαλασσινός, πελαγήσιος] < πέλαγος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υποπελάγιος», σ. 875. https://navalhistory.gr/lexiko/υποπελαγιοσ/