υπόθεση
η, ουσ.
- αυτό που υποθέτει κανείς, που το θεωρεί ως πραγματικό, για να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα
- θέμα για το οποίο κάποιος ερευνά ή φροντίζει
- (φιλοσ.) το αίτιο ή η ουσία, η προκαταβολική κρίση για τις κανονικές ή αιτιακές σχέσεις
- (μαθημ.) η αρχική πρόταση για την απόδειξη θεωρήματος
- σκέψη που διατυπώνεται βασισμένη σε ελλιπή στοιχεία
- κάποιο σοβαρό ζήτημα, που παρουσιάζει γενικό ενδιαφέρον
- το σενάριο, η πλοκή ενός κινηματογραφικού, θεατρικού ή λογοτεχνικού έργου
- (φρ.) «ιδιωτική / οικογενειακή / προσωπική / πολύκροτη / ασήμαντη / σκοτεινή / λεπτή / απλή / πρωτότυπη / πολύπλοκη / δικαστική / κρατική / εργασίας / ντόπινγκ / Ντρέιφους, ή Ντρέυφους, (γαλλ.: Affaire Dreyfus) / Novartis» κ.ά.
Ετυμολογία
< αρχ. ὑπόθε(σις) -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υπόθεση», σ. 873. https://navalhistory.gr/lexiko/υποθεση/