τροχιά
η, ουσ.
- (αστρον.) η πορεία που διαγράφει ένα ουράνιο σώμα όταν κινείται και περιφέρεται, λόγω βαρύτητας, γύρω από ένα άλλο σώμα με μεγαλύτερη μάζα, (φρ.) «ελλειπτική / / παραβολική / υπερβολική / κυκλική τροχιά»,
- καμπύλη που δημιουργεί το βλήμα πυροβόλου όπλου μετά την εκπυρσοκρότηση ή την εκτόξευση
- σιδηροτροχιά, ράγα
- (μαθημ.) η γραμμή που διαγράφει ένα σημείο που κινείται
- (μτφ.) η πορεία ζωής ενός ανθρώπου.
Ετυμολογία
< μτγν. τροχιά [= στεφάνι τροχού], για την 1η ερμ. σημδ. από τη γαλλ. orbite.
Σύνθετα
τροχιογέφυρα, τροχιογράφος, τροχιοδείκτης, τροχιοδρόμος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τροχιά», σ. 849. https://navalhistory.gr/lexiko/τροχια/