τροχός
ο, ουσ.
- εξάρτημα μηχανών και μηχανισμών σε κυκλικό σχήμα, που περιστρέφεται γύρω από κάθετο άξονα ο οποίος περνάει από το κέντρο του και επιτρέπει τη μετάδοση της κίνησης π.χ. σε όχημα, ή σε τροχαλία, για την ανύψωση βαριών αντικειμένων, ή σε δίσκο αγγειοπλάστη κ.λπ., συνών. ρόδα, (φρ.) «εφεδρικός [δηλ. η ρεζέρβα] / οδοντωτός / ελαστικός / μεταλλικός / ξύλινος τροχός» κ.ά.
- (ιστορ.) μεσαιωνικό όργανο βασανισμού
- (ειδ. φρ.) «θα γυρίσει ο τροχός», δηλ. θ’ αλλάξουν κάποτε τα πράγματα, «ο τελευταίος τροχός της αμάξης», δηλ. για κάποιον που θεωρείται ασήμαντος.
Ετυμολογία
< αρχ. τροχός.
Σύνθετα
τροχόσπιτο, τροχοσκηνή, τροχονόμος, τροχοπέδιλο, τροχοπέδηση, τροχόλιθος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τροχός», σσ. 849-850. https://navalhistory.gr/lexiko/τροχοσ/