υγρόμετρο
το, ουσ.
(μετεωρ.) όργανο για τη μέτρηση υγρασίας, κυρίως, στην ατμόσφαιρα.
Ετυμολογία
< γαλλ. hygromètre < hygro- [= υγρο-] + -mètre [= -μετρο(ν)].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υγρόμετρο», σ. 859. https://navalhistory.gr/lexiko/υγρομετρο/