νόσος
η, ουσ.
(ιατρ.)
- ασθένεια, αρρώστια
- (φρ.) «επαγγελματική / ενδημική / επιδημική / ιερά / επάρατη / στεφανιαία / συστημική / κληρονομική / ανίατη / λοιμώδης / ψυχική / χρόνια νόσος», (ιατρ.) «νόσος του Crohn / του Huntington / του Parkinson / του Wilson / των δυτών».
Ετυμολογία
< αρχ. νόσος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «νόσος», σσ. 580-581. https://navalhistory.gr/lexiko/νοσοσ/