τσουνάμι
το, άκλ. ουσ.
καταστρεπτικό ωκεάνιο κύμα που εκδηλώνεται από σεισμό ή ηφαιστειακή έκρηξη.
Ετυμολογία
< ιαπων. tšunami < tsu [= λιμάνι] + nami [= κύμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσουνάμι», σ. 855. https://navalhistory.gr/lexiko/τσουναμι/