τροχοφόρο
το, ουσ.
(τεχνολ.) όχημα που κινείται με ρόδες, όπως π.χ. η άμαξα, η μοτοσικλέτα και κυρίως το αυτοκίνητο.
Ετυμολογία
< τροχ(ός) -ο- + -φόρος < φέρω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τροχοφόρο», σ. 850. https://navalhistory.gr/lexiko/τροχοφορο/